Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου - κριτική του βιβλίου

Γιάννης Φιλιππίδης
Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου

.
Ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο Ελλάδα, αλμύρα και θάλασσα, σε μια ιστορία τόσο αληθινή, όσο η ζωή του καθενός μας
Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μουΓιάννης ΦιλιππίδηςΕκδόσεις ΑΓΚΥΡΑΣελίδες 328Ο Γιάννης Φιλιππίδης γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα και μας βάζει στον προσωπικό του παράδεισο. Άμεση γραφή, απλή και αφοπλιστική, καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον για την κατάληξη του έργου. Ο λόγος του εύστοχος και ευρηματικός, γεμάτος συναισθήματα και εικόνες, ένας λόγος πλημμυρισμένος Ελλάδα, αλμύρα και θάλασσα σε μια ιστορία τόσο αληθινή, όσο η ζωή του καθενός μας που σε κερδίζει από την αρχή. Η ιστορία ρέει, σαν φυσικό ποτάμι χωρίς παρεκτροπές και σε φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια, την καθημερινή αλήθεια, καθώς η μεγαλούπολη που ζούμε μας έχει μεταλλάξει σε πλάσματα ανούσια που τρέχουν για τον επιούσιο και όπου μας βγάλει, αρκεί το κακό να χτυπάει ξένη πόρτα.Η ηρωίδα του, η Βασιλική, η δικιά μας Βασιλική, η μάνα, η αδερφή μας, η γυναίκα της διπλανής πόρτας, εξιστορεί την ζωή της που ξυπνάει μνήμες, ξεθάβει παλιές αμαρτίες και γεγονότα που οι περισσότεροι κρατάμε αμπαρωμένες στο πίσω μέρος του μυαλού μας για να τις πάρουμε ανομολόγητες μαζί μας στο τελευταίο ταξίδι.Η Βασιλική μας μιλάει για τον τόπο που μεγάλωσε, τα δύσκολα χρόνια της κατοχής που πέρασε σ' ένα χωρίο απόμερο, ξεχασμένο κι απ' τον Θεό, πως μεγάλωσε στην ουσία μόνη της χάνοντας και τους δύο γονείς της μέχρι το τέλος της εφηβείας της κι έχοντας μόνο μία θεία κι ένα μπάρμπα που πότε δεν την είδε με καλό μάτι.Δεν το βάζει κάτω, παίρνει τη ζωή της στα χέρια της, δουλεύει σαν άντρας στα χωράφια του πατέρα της, φροντίζει και το σπίτι της, τα φέρνει βόλτα μια χαρά. Αποκτά την πρώτη της φιλενάδα που γίνετε η αιτία να γνωρίσει τον πρώτο έρωτά της που θα της μάθει τις κρυφές χαρές της ζωής, όμως όλα τα καλά δεν έχουν ευτυχή κατάληξη, κάποια τα πληρώνεις με αίμα, άλλα δεν φτάνει μια ζωή για να τα ξεπληρώσεις.Δεν το βάζει κάτω, μαζεύει τα κομμάτια της και συνεχίζει. Αφήνει πίσω της το παρελθόν κι αρχίζει το ταξίδι δίχως επιστροφή. Γνωρίζει ανθρώπους περιθωριακούς, αλλιώτικους μα που της στάθηκαν σαν να ήταν η οικογένεια της, τότε θα γνωρίσει την αληθινή αγάπη αλλά λόγω συνθηκών θα περάσει καιρός μέχρι να ξαναβρεθούν κάτω από άλλες συνθήκες και να λυθούν οι παρεξηγήσεις. Θα δεθεί με μια κοπέλα την Φρόσω και μαζί θα πάρουν τη μεγάλη απόφαση να κατέβουν στην Αθήνα.Η Βασιλική θα βρει δουλεία γρήγορα, θα παίξει δεύτερους ρόλους στον κινηματογράφο, θα καθιερωθεί, όμως οι βλέψεις της δεν είναι για τόσο ψηλά, την ενδιαφέρει περισσότερο η εσωτερική της γαλήνη, η ανάταση της ψυχής της, να μπορεί να χαρεί την κάθε μέρα της, να ζήσει.Η μοίρα θα τα φέρει έτσι και θα ξαναβρεθεί με τον Μανόλη της θα γίνουν ένα -ψύχη και σώμα-θα μοιραστούν μαζί τα πάντα, μα πιο πολύ την αγάπη τους για τις εξορμήσεις στην εξοχές και στα υπέροχα νησιά μας. Όλα καλά μέχρι να τους χτυπήσει την πόρτα η επάρατος νόσος. Αυτή δίπλα του μέχρι την τελευταία στιγμή, την τελευταία ανάσα κι έπειτα το κενό, η μοναξιά, μόνη παρηγοριά οι αναμνήσεις , παρέα ένα ποτήρι κρασί, ένα τσιγάρο και το ραδιόφωνο.«Τα τραγούδια λένε ψέματα. Με δυο στίχους, συχνά απλοϊκούς, μας μπερδεύουνε στον κόσμο τους, μας δανείζουνε συναίσθημα. Κι εμείς θέλουμε να τα πιστεύουμε. Συνειδητά τις πιο πολλές φορές. Τα μπλέκουμε με τις δικές μας προσωπικές ιστορίες, ταυτίζονται τα πάθη τους με τα πάθη μας. Χανόμαστε μέσα στο μαγικό παιχνίδι τους κι αρμενίζουμε σαν βαρκούλες χωρίς κουπιά.» Η παρουσία του Μανόλη της παντού και πάντα, δίπλα της. Το βλέμμα του, αχ αυτό το βλέμμα νιώθει ότι την κοιτάει ακόμη, τι κι αν περάσαν τόσα χρόνια η παρουσία του είναι εκεί, το γιατί αυτό, το μεγάλο γιατί, θα την βασανίζει για πάντα.«Σ'αγαπώ, χαρά μου ψιθυρίζει βουλιαγμένη στο παράπονο, κι εκείνος την κοιτά μέσα από τις φωτογραφίες, και τα μεγάλα όμορφα μάτια του, τα αιώνια και της άπαντα, γιατί η ζωή είναι πουλί, καρδιά μου, λες. Πετά. Και χάνεται. Και δεν ξέρει κανείς αν υπήρξε ποτέ κάπου, μήτε αν είναι τώρα πουθενά…..»Η μαρμαρένια πόλη, η πόλη των νεκρών, το μέρος που όλοι θέλουμε να αποφύγουμε, παρουσιάζεται εύστοχα από τον συγγραφέα στον πρόλογο που σε βάζει στο κλίμα της απώλειας του δικού σου ανθρώπου αυτού που έχασες και μήπως τον ξέχασες και ίσως δεν τον ξαναδείς ούτε σε αυτήν την πόλη, που κανείς ζωντανός δεν χωράει και κανένας νεκρός δεν μιλάει.Ο Γιάννης Φιλιππίδης γεννήθηκε στα Γιαννιτσά κι απέκτησε την πρώτη του γραφομηχανή στα οκτώ του χρόνια - προς κατάπληξιν γονέων και δασκάλων - κι από τότε δεν σταμάτησε να γράφει. Σπούδασε υποκριτική Τέχνη στη Δραματική Σχολή του Βασίλη Ρίτσου.«Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
.

Γεωργία Εμμανουήλ για το www.lexima.gr
.

0 Όταν έρχονται οι φίλοι μου: